Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γειτονιές που αγάπησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γειτονιές που αγάπησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακάτικο χειμωνιάτικο πρωινό

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

3 σχόλια
Οι σκέψεις χορεύουν ακανόνιστα στο μυαλό μου όπως ακριβώς χορεύουν και λικνίζονται  οι φλόγες στο αναμμένο τζάκι ,το σημερινό βροχερό χειμωνιάτικο πρωινό,στο σπίτι  που   οριστικά θα αποχωριστώ στους πρόποδες του ιερού όρους Γιούχτα. Σήμερα  ήρθα με σκοπό να ξεκινήσω την μετακόμιση…..οι φλόγες όμως του τζακιού με συνεπαίρνεστε και με καθηλώνουν στη θέα τους……λεπτές,λυγερές,όμορφες,εκθαμβωτικές, βιάζονται στο χορό τους  για να χαθούν οριστικά……έτσι ακριβώς όπως χάνεται η κάθε στιγμή της ζωής μας……και  κυλά στο ποτάμι του χρόνου ,ίδια σταγόνα με όλες τις άλλες,χωρίς ξεχωριστή υπόσταση και ταυτότητα……είναι το τελευταίο πρωινό στο σπίτι αυτό….ένα σπίτι που σύντομα γνώρισα κι αγάπησα,όπως  εξ άλλου αγαπώ κάθε τι  που έχει σχέση με τα παιδιά μου……ήμουνα  επιθυμητή επισκέπτης, όπως μ΄έχουν συνηθίσει μέχρι  σήμερα…..μου δίδουν κλειδί και  περιμένουν να γυρίσουν να βρούν ένα σπίτι όμορφο,καθαρό,με σεβασμό πάντα στην ατομικότητά τους…..κάθε γωνιά δική τους που είναι αναγκαία  επιλογή τους,έχει την αύρα τους μα και κάτι από τη ζωή μου……η εναλλαγή,η διακόσμηση,η διαφορετικότητα του χώρου και του τόπου  με ανανεώνει σε συνδυασμό με την ελευθερία μου για τις επισκέψεις μου……και η οριστική μετακόμιση,πάντα με πληγώνει…..ο χρόνος τρέχει  και μαζί του οι υποχρεώσεις μου……
ξεκίνησα πρωί,και σαν έφθασα στην αυλή με το κλειδί στο χέρι, έτρεχα να μπω μέσα στο σπίτι για να ζεσταθώ…….ο δυνατός αέρας,το βουνίσιο κρύο και η ψιλή βροχή πάγωσαν τα χέρια και το πρόσωπό μου στη στιγμή όμως το βλέμμα μου και τα πόδια μου σταματούσαν  στα φρεσκοσπασμένα,δροσερά κλαδιά των κυπαρισσιών που στόλιζαν το  βουνό. Κλαδιά παντού,στην αυλή,στην βεράντα,στα παράθυρα,στη σκέπη του σπιτιού…….βίαια κομμένα κλαδιά,μικρά  και μεγάλα Χριστουγενιάτικα δενδράκια που θα μπορούσαν τόσο όμορφα να στολιστούν και να ομορφύνουν κάποια σαλόνια σπιτιών,κείτουνταν  κάτω και κάπου-κάπου παρασειρόταν από την ορμή του αέρα…..ένιωθα ότι ζητούσαν βοήθεια να σηκωθούν ……….πρώτο μου μέλημα λοιπόν,αφού ζεστάθηκα για λίγο στον χώρο τον εσωτερικό,να βγώ στο κρύο και να μαζέψω τα κλαδιά…τι κρίμα που πέρασαν οι γιορτές…..όμως ποτέ δεν είναι αργά για φροντίδα κι αγάπη στα φυτά…….
.τα κλαδιά έσταζαν δάκρυα βροχής και κάποια είχαν προλάβει κιόλας να λερωθούν από τη λάσπη…..μάζεψα όσα μπορούσα για να μη βραχώ….τ ΄ακούμπησα προσεκτικά να στεγνώσουν και στάθηκα στο παράθυρο να δω το χειμωνιάτικο τοπίο από ψηλά και να μαζέψω κι άλλα κλαδάκια…..ομίχλη παντού….αστραπές,φωτίζουν βιαστικά την ατμόσφαιρα για να δώσουν τη θέση τους στις ισχυρές βροντές…..ένα φως φαίνεται αχνό κάπου μακρυά ,να αναβοσβήνει  και να χάνεται μες στη καταχνιά….είναι αεροπλάνο της γραμμής και μέσα είναι ο γιός μου ….Θεέ μου…τι βλέπω και τι νοιώθω μες την καταχνιά…….το βλέμμα μου ψάχνει τη μεγάλη εκκλησιά στον απέναντι λόφο,μια άγνωστη ακόμη σε μένα εκκλησιά……μα τι να ψελλίσουν τα χείλη μου….αφού  δεν φαίνεται ούτε η εκκλησιά…….κάποια φώτα στη σειρά,λίγο πιο χαμηλά σηματοδοτούν  τον κεντρικό  δρόμο….η εικόνα ξεχωριστή,εντυπωσιακή…..βροχή,βροχή…..και τι άλλο θα μπορούσα να δω…..χιόνι,χιόνι….περιμένω να δω……..μα να ,απομακρύνομαι για λίγο από τα παράθυρα,για να τακτοποιήσω τις κουρτίνες που κατέβασα και να σου ξαφνικά,αισθάνομαι το σπίτι να έχει φως…..η ομίχλη εξαφανίστηκε σε σύννεφα που έτρεχαν γοργά γύρω-τριγύρω από το σπίτι και το βουνό….
το θέαμα μαγευτικό…..κάποιος αέρας δυνατός  έπαιρνε την ομίχλη που έτρεχε σαν καπνός και σκόρπιζε το φως….να και μια αχνή στήλη,ουράνιου τόξου,ελπίδα πρωινή……οι φλόγες στο τζάκι εξακολουθούν να χορεύουν,ζωηρές…..μα και κάποιες ,λεπτές ακτίνες του ήλιου μπαίνουν μέσα στο σπίτι,περήφανες,αγέρωχες,λαμπερές……η εκκλησιά στο απέναντι λόφο έγινε ορατή με την κατακόκκινη στέγη της και το ψηλό καμπαναριό…..τώρα τι να ψελλίσουν τα χείλη μου…..η καταιγίδα πέρασε…..ένα απλό =δόξα τω Θεώ=.,τα σκυλιά του διπλανού σπιτιού ζωήρεψαν στη θέα ενός κοπαδιού από πρόβατα που μαζί με τον βοσκό,έτρεχαν στους πρόποδες του βουνού ,βιαστικά……όλα ήταν όμορφα…….κάτω η θάλασσα φαινόταν γαλάζια,ήρεμη…..και η μικρή κωμόπολη στα πόδια του βουνού, έλαμπε κι αυτή……καθαρή και ξεπλυμμένη από τη δυνατή βροχή…..θαρρεύτηκα κι εγώ….βγήκα  έξω στο βουνό…..
πήρα τη φωτογραφική μηχανή και τα απαραίτητα για να μαζέψω χόρτα και πρώιμα, ανοιξιάτικα  λουλούδια…..το τηλέφωνο χτυπά….ήταν ο γιός μου,έφθασε καλά στον προορισμό του……..περπατούσα ανάμεσα στις λάσπες και στα νερά…..ο ήλιος με συντρόφευε…..μα όχι για πολύ…….ο ουρανός άρχισε πάλι να σκοτεινιάζει…..συννεφάκια αραιά,γινόταν γρήγορα πυκνά και σκοτεινά…….έτρεξα στο σπίτι γοργά…..οι φλόγες στο τζάκι ακόμη χορεύουν…..οι δουλειές περιμένουν…..η εμπειρία μοναδική,οι αναμνήσεις  καλά φυλαγμένες στο μυαλό και στη φωτογραφική μηχανή…….η μέρα προχωρεί……και μια δουλειά ξαφνικά μου προέκυψε….να ψήσω καφέ στη χόβολη του τζακιού……ο καφές αργεί……πόσο μου αρέσει αυτή η αργοπορία…….το βλέμμα γύρω –τριγύρω και κάπου-κάπου στον καφέ,δεν χορταίνει να αποχαιρετά την κάθε γωνιά του αγαπημένου αυτού σπιτιού…….όλα χωράνε στο μυαλό μας και τα καλά και τα κακά…σήμερα πήρα μαζί μου τα καλά και αποχωρίστηκα το σπίτι…..θα ξαναγυρίσω να μαζέψω τη στάχτη από το σβησμένο πλέον τζάκι….θα την πάρω μαζί μου όπως και τα κλαδιά και θα τα κάνω λίπασμα στα δικά μου φυτά,στην αυλή του σπιτιού μου.

Οι μοναδικές μου νεραντζιές....

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

6 σχόλια

Το κάλεσμα της αγαπημένης μου Τατιάνας να συμμετέχω ως φανταστική και εφευρετική ηρωίδα σε γνωστό παραμύθι σε συνδυασμό με την είδηση οτι επιτέλους τα δυο παλιά, γειτονικά σπίτια ,ανακαινίζονται, ήταν πρόκληση για μένα να γράψω λίγα λόγια ,έκφραση συναισθημάτων και παιδικών αναμνήσεων. 
Κάθε σπίτι έχει τη δική του μοναδική ιστορία, κάποιες ιστορίες μοιάζουνε γιατί είναι λίγο-πολύ συνηθισμένες, καλότυχες και ευτυχισμένες...κάποιες άλλες έχουν ποικιλία....κάθε μια όμως είναι ξεχωριστή, αναλλοίωτη στη μνήμη .Λίγο λιγότερο από έναν αιώνα πριν, χτίσθηκε ένα μεγάλο, γωνιακό, τετράγωνο σπίτι, κάπου εκεί σε ένα μικρό σοκάκι, πίσω από την κεντρική αγορά της πόλης μου, μια ασκελιά δρόμο από την εκκλησία του Αι Μηνά. Κτίστηκε μεγάλο και ευρύχωρο για να στεγάσει τις ανάγκες μιας πολυπληθούς προσφυγικής οικογενείας από την χαμένη Ιωνία. Αυτό το σπίτι, άκουγα τον πατέρα μου που είχε ήδη εγκατασταθεί σε άλλη γειτονιά, και είχε φτιάξει το πατρικό μου, να το αποκαλεί σπίτι των αδελφαδων του. Για το δικό του πατρικό, δεν μιλούσε.....είχε μείνει εκεί σ ένα παρόμοιο στενό, πίσω από την κεντρική αγορά, δίπατο, μεγαλοπρεπές με μια μεγάλη καρυδιά στην αυλή. Πολλά χιλιόμετρα μακρυα είχε χαθεί ο μεγαλύτερος αδελφός ,που η μοίρα τοθελε ναναι μεγάλος για να πολεμήσει και πιθανόν ναναι θαμμένος κάπου, άγρυπνος φύλακας των χαμένων εδαφών.
Τα άλλα παιδιά, μεγάλωσαν στην προσφυγιά....μεγάλωσαν ,οι αδελφαδες έγιναν πολύ ωραίες κοπέλες και νωρίς-νωρίς έφτιαξαν το δικό τους σπιτικό.....το μεγάλο, γωνιακό, τετράγωνο σπίτι χωρίστηκε στα δυο....από τετράγωνο, έγιναν δυο ορθογώνια, δίπατα πλέον σπίτια με μακρόστενη αυλή....όριο ήταν ένα μικρό πέτρινο τοιχίο, ανάμεσα σε δυο πανύψηλες, λιγνές, νεραντζιές....οι αυλές είχαν πολλά λουλούδια και φυτά, συμμετρικά φυτεμένα σε παρτέρια η σε μεγάλα βαρέλια που μοσχομύριζαν από μακρυα....από μακρυα όμως έβλεπε κανείς και τις δυο ψιλόλιγνες νεραντζιές, σήμα κατατεθέν για την εύρεση των δίπατων σπιτιών....οι νεραντζιές αυτές χαράχτηκαν στη μνήμη μου γιατί είναι πράγματι μοναδικές....στο διάβα της ζωής μου μέχρι τώρα έχω γνωρίσει αρκετές μικρές φουντωτές νεραντζούλες .....αρνούμαι να δω η πράγματι δεν υπάρχουνε άλλες τόσο όμορφες ψιλόλιγνες νεραντζιές.....όταν σαν παιδί χανόμουνα στα στενά του Αι Μηνά, δυο πράγματα ξεχώριζα από μακρυα,το πανύψηλο καμπαναριό του Αγίου και τις ψιλόλιγνες νεραντζιές με τα πελώρια, ζουμερά, νεράντζια.
Σαν έκανα επίσκεψη στο ένα η στο άλλο σπίτι, έπαιζα κυνηγητό, κρυφτό, χορό γύρω από την μια η την άλλη νεραντζιά....τα παιχνίδια μου ήταν μοναχικά....κι επειδή συχνά ενοχλούσα, θυμάμαι πως οι θειαδες μου μου έδιναν ένα μικρό ξύλινο καρεκλάκι να κάτσω ήσυχα στον ίσκιο της μιας η της άλλης νεραντζιάς....καθόμουνα κι ονειρευόμουνα....ονειρευόμουνα να σκαρφαλώσω ανάμεσα στα πλατιά κλαδιά ,να δω τον κόσμο από ψηλά...να φθάσω το καμπαναριό του Αι Μηνά, να ακουμπήσω το μεγάλο ρολόι του που μετρούσε ρυθμικά-ρυθμικά τις ώρες...να νοιώσω μια ξεχωριστή ομορφιά.....άλλοτε πάλι, θυμάμαι, να κουνώ τις νεραντζιές να πέσουν τα νεραντζιά για να φτιάξουν οι θειες μου γλυκό.....τα παιχνίδια μου ήταν μοναχικά....υπήρχε ένα μεγάλο αγόρι στο ένα σπιτικό, όμορφο, μα αδύνατο κι ασθενικό....αυτό το αγόρι δεν έπαιζε κρυφτό, κυνηγητό...διάβαζε, έγραφε, ζωγράφιζε και αργότερα έμαθα ότι είχε πολύ ταλέντο στη ζωγραφική, ήταν σοφό, γιατί ήταν μεγάλο ,είχε σάκα και πήγαινε στο σχολείο....
.τα χρόνια περνούσαν, οι νεραντζιές μεγάλωναν, ψήλωναν και το αγόρι έπαυε πια να βρίσκεται στην αυλή....ήταν ξαπλωμένο στο κρεββάτι του, στο πάνω όροφο του σπιτιού και το παράθυρο του ήταν δίπλα ακριβώς από τα κλαδιά των νεραντζιών....ποσό μεγάλη ήταν για μένα η χαρά να επισκέπτομαι το αγόρι αυτό και να κοιτώ τις νεραντζιές που ήταν όμορφες και κοντινές....ήθελα αν γινότανε να ανοίξω το παράθυρο και να στροβιλιστώ στα μπερδεμένα τους κλαδιά να για να δω την πόλη από ψηλά....ήταν όμως όλα απαγορευτικά....ανέβαινα για λίγο στο δωμάτιο του μικρού αγοριού έκανα σιωπή, ήμουνα σοβαρή κι έφευγα με βαριά καρδιά και πολλές απορίες......
Ένα  βαρύ, χειμωνιάτικο βράδυ, παραμονή της εορτής του Αι -Γιάννη του Βαπτιστή, που ήταν και η γιορτή του μικρού αγοριού, είδα παράξενα πράγματα να συμβαίνουν στο σπίτι μας. Ήρθαν κάποιοι συγγενείς από το χωριό να μείνουν, λέει στην πόλη, καλοντυμένοι μα θλιμμένοι. Είδα τη μητέρα μου να μη τους καλωσορίζει με χαρά και με πρωτοχρονιάτικα γλυκά . Έφυγε από το μικρό μας σαλονάκι και χάθηκε στο δωμάτιο της....μετά είδα τους γονείς μου και τους δυο, καλοντυμένους με σκουρόχρωμα ρούχα να φεύγουν βιαστικά.....
Κοιμήθηκα με συντροφιά μα και με περίσσια ερωτηματικά.....την επομένη ξύπνησα πρωί-πρωί και ξεκίνησα για τα σπίτια με τις νεραντζιές....ήταν απαγορευτικό.....στα λόγια μόνο, γιατί αν και μικρό παιδί ήμουνα πολύ αποφασιστική....με φωνές και με σπρωξιές προσπαθούσε ένας συγγενής που είχε αναλάβει την φροντίδα μου να με κρατήσει στο σπίτι μου......τελικά θυμάμαι φύγαμε μαζί για να πάμε βόλτα στην αγορά.....όμως οι ψιλόλιγνες νεραντζιές ήταν εκεί και μου δειχναν τον δρόμο, να χαθώ μες τα στενά του Αι-Μηνά και να βρεθώ στο σπίτι με σιγουριά....έτρεχα γιατί κρύωνα.....η πόρτα ορθάνοιχτη, μπαίνω στην αυλή, φέρνω ένα γύρω από τον κορμό της νεραντζιάς και προχωρώ προς το σαλόνι.....πάγωσα στη θέα του ξύλινου κρεββατιού που κείτονταν το μικρό αγόρι κι έφυγα τρέχοντας πίσω....κτυπώ με δύναμη το κεφάλι μου στον κορμό της νεραντζιάς, τάχατες από απροσεξία και ξεσπώ σε κλάμματα...τα δάκρυά μου έσταζαν στον κορμό της νεραντζιάς....ξαφνικά όλα χάθηκαν.....κάποιος με πήρε μακρυά.....περνούσε ο καιρός, εγώ επισκεπτόμουνα τα σπίτια αυτά, ήθελα να συνεχίσω το κλάμμα μου στον κορμό της νεραντζιά;, 
αλλά πως, υπήρχε σιωπή.....μετά από λίγο καιρό, το διπλανό σπίτι γέμισε από ζωή με την παρουσία ενός κοριτσιού....οι επισκέψεις μου ήταν πιο συχνές στην αυλή του διπλανού σπιτιού με τα παιχνίδια και τα ξεφωνητά από τις φωνές των πολλών παιδιών που παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, χορό, γύρω από την ψιλόλιγνη νεραντζιά....εγώ κοιτούσα μοναχά....είχα μνήμες και πολλές απορίες.....τα χρόνια πέρασαν....οι ιδιοκτήτες χαρούμενοι ή πικραμένοι έφυγαν ...οι πόρτες 'έκλεισαν..μιά ξύλινη καφετιά, δίπλα σε μια σιδερένια γαλάζια, παράθυρα κλειστά....και τα νεράντζια εκεί ψηλά, ολοστρόγγυλα, κιτρινωπά ,ωρίμαζαν και έπεφταν χωρίς ποτέ να νοιαστεί να τα μαζέψει και να φτιάξει γλυκό...ο χρόνος κυλούσε και τα σπίτια άρχισαν να λυγίζουν και να χάνονται σιγά-σιγά....οι κλειδαριές από τις πόρτες είχαν πάμπολλες φορές παραβιαστεί και ίσως κάποιοι άστεγοι εκεί να είχαν κοιμηθεί....πονούσε η ψυχή μου όταν περνούσα από κεί.......όμως περνούσα για να δω, οι νεραντζιές με τα ασύμμετρα, μεγάλα κλαδιά τους αγκάλιαζαν όλη την ασχήμια και την εγκατάλειψη....και τα νεράντζια εκεί.....
ο χρόνος κυλά και μαζί του οι άνθρωποι, τα σχέδια τους, τα όνειρά τους.....τα σπίτια ανακαινίζονται για να γίνει ένα δίπατο, μεγαλόπρεπο, γωνιακό εστιατόριο με αυλή, θέα, αίθριο.....οι εργάτες δουλεύουνε εντατικά....έτσι κάποια μέρα, τα βήματά μου με πήγανε εκεί....η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, τα πόδια μου τρέμανε..μα προχωρούσα αγέρωχη την μεγάλη αυλή, χωρίς τοιχίο, αγκάλιασαν τα χέρια τους τους χοντρούς πλέον κορμούς των δίδυμων νεραντζιών ,προχώρησα, ανέβηκα την μαρμάρινη σκάλα με την σιδερένια κουπαστή και βρέθηκα στο μικρό δωμάτιο του ασθενικού αγοριού.....τα κλαδιά των νεραντζιών είχαν μεγαλώσει πολύ, έσπασαν το παράθυρο και είχαν μπεί μέσα στο μικρό δωμάτιο, εκεί που ήταν το μικρό του κρεββατάκι...

τώρα πιά μπορούσα να πιάσω τα ασύμμετρα κλαδιά της νεραντζιάς,να τα τραβήξω κοντά μου και να ανεβώ εκεί ψηλά....τώρα είναι πιά αργά...κι εκεί ο τόνος της φωνής ενός από τους ιδιοκτήτες με ξυπνά...........εδώ θα γίνει ένα ωραίο αίθριο με θέα τις νεραντζιές ........... τις μοναδικές μου νεραντζιές....


Γειτονιές που αγάπησα

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

5 σχόλια


Εν αναμονή της νέας μου μετ΄εμποδίων απόδρασης  στην πρωτεύουσα, έρχονται  στην μνήμη μου οι συχνές ,ολιγοήμερες αποδράσεις  που όφειλα να κάνω  και που με γέμιζαν ικανοποίηση και  χαρά. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι' αυτό που έζησα.....είχα ελευθερία, χρόνο, καλή διάθεση και καθώς αισθανόμουνα ότι η απόδραση αυτή είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια, αξιοποιούσα την κάθε στιγμή ώστε να νοιώθω ότι  έχω πλούσιες και άφθονες εμπειρίες..........Η  ολιγόλεπτη  καθημερινή μου βόλτα στην περιοχή Μέτς που έζησα δύο χρόνια περίπου ,μου έγινε πλέον καθημερινή συνήθεια......η απόλυτη θέα που απλωνόταν μπροστά μου με την Ακρόπολη και τον Λυκαβητό, αναγκαία συνήθεια.......το τοπίο κάθε φορά μου φαινόταν και πιο συναρπαστικό, ήταν όμως πάντα διαφορετικό, ανάλογα με την ώρα και βέβαια τον καιρό........Θυμάμαι κάποια δροσερά φθινοπωρινά πρωινά να με μαγεύει η θέα του Παρθενώνα, καθώς ήταν λουσμένος με το αττικό καθαρό ηλιακό φως κάτω από  το γαλάζιο του ουρανού ,το ίδιο και ο Λυκαβητός.......η εικόνα ήταν θεϊκή και άθελα μου αισθανόμουνα την ανάγκη να προσφέρω ύμνους στο Θεό  αρχικά για να θυμηθώ και τις ανάγκες μου μετά και να ζητήσω την παρέμβαση Του καθώς και  του μεγαλομάρτυρα Γεωργίου............ με αίσθημα αυτάρκειας  επέστρεφα .......για να επανέλθω μετά από κάποιες ώρες.......αυτή η πρωινή μου βόλτα αντικαθιστούσε την καθημερινή συνήθεια μου στο σπίτι μου στην επαρχία, να ανοίγω τα παραθυρά μου, μόλις ξυπνούσα και να κοιτώ τον ουρανό...στην επιστροφή είχα πάντα θέα τον Υμηττό......ψηλός, γκρίζος, άχαρος με προσγείωνε στην πραγματικότητα και στην καθημερινότητα.......άσε πού ήταν και συννεφιασμένος πολλές φορές με κάτι γκριζόμαυρα σύννεφα που με φόβιζαν......μέχρι να διαλυθούν........Απέφευγα να βλέπω μπροστά μου τον Υμηττό και το τέλος του δρόμου και κοιτούσα δεξιά και αριστερά.......όλο και κάτι ανακάλυπτα.......από καιρό είχα δει  ένα διαφορετικό μαγαζί  με είδη δώρων και παιχνιδιών θάλεγα, που ήταν βγαλμένο από κάποιο παραμύθι.......ο δρόμος ανηφορικός  με κούραζε λίγο και για να χαλαρώσω,  έβαζα στοίχημα αν το μαγαζί  αυτό θα ήταν σήμερα κλειστό ή ανοιχτό.......το λάτρεψα αυτό το μαγαζί  διότι ασκούσε μία ανεπανάληπτη γοητεία......ήταν μικρό, απέριττο, χαμηλοτάβανο και δίπατο με εσωτερική ξύλινη σκάλα που γινόταν αόρατη από τα πολλά και περίεργα στολίδια που βρισκόταν στα σκαλοπάτια της.......βρισκόταν στην 'ερημιά' όπως  πολύ σωστά ομολόγησε η ιδιοκτήτρια του μετά τη γνωριμία μας, αλλά έδινε χαρά σε μικρούς και μεγάλους με τα ασυνήθιστα δώρα και όχι μόνο....δεύτερο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου ήταν φορτωμένο με χριστουγεννιάτικα στολίδια.......η παρουσία των οποίων ήταν αισθητή από μακρυά διότι στόλιζαν το πεζοδρόμιο, όταν το μαγαζί ήταν ανοιχτό......αν ήταν κλειστό, όλα ήταν μέσα σε απόλυτη θέα από το δρόμο και σε ταξίδευαν στο όνειρο....τα πρωινά συνήθως το μαγαζί  ήταν κλειστό.....είχε στην μία από τις δύο βιτρίνες που έμοιαζαν με διάπλατα ανοιχτά παράθυρα παλιάς μονοκατοικίας, ένα ανοιχτό βιβλίο που φωτιζόταν  από το χαμηλό φως μιας πανέμορφης λάμπας και εκεί έγραφε το ωράριο λειτουργίας του.......λίγες ώρες καθημερινά.......άλλο ένα κομμάτι  της γοητείας του.......είχε σίγουρα λίγους ,αλλά εκλεκτούς πελάτες........προτιμούσα το κατάστημα κλειστό.....η παρουσία μου στις βιτρίνες του δεν ήταν ενοχλητική σίγουρα σε κανένα, αλλά σε υπερθετικό βαθμό η παρατηρητικότητά μου διεισδυτική.......το μαγαζί αυτό με οδηγούσε σε έναν παραμυθένιο κόσμο.....ένοιωθα σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων......είχε τόσα  πολλά μισάνοιχτα σεντούκια απ΄όπου έβγαιναν  απίθανες φιγούρες ,ονειρικές, χαρούμενες........υπήρχαν σε φυσική μορφή και σε υψηλή αισθητική, άγγελοι  με κατάλευκα, πελώρια φτερά ,σε στάση προσευχής. Κρατούσαν  στα χέρια τους ένα μικρό κατάλευκο αναμμένο κεράκι που έφεγγε ένα μικρό τετράδιο με νότες......    και με τα χείλη μισάνοιχτα, έψελναν  ύμνους στο Θεό.......πιο πέρα ήταν σε φυσική μορφή το κοριτσάκι με τα σπίρτα και με το θλιμμένο χαμόγελο και λίγο πιο μέσα ο παπουτσωμένος γάτος και ότι άλλο υπάρχει στα  διαχρονικά παραμύθια.........ξέροντας πλέον το ωράριο λειτουργίας του  καταστήματος  επιδίωκα να περάσω τις ώρες που θα ήταν ανοιχτό.......όλες οι φιγούρες στο πεζοδρόμιο........σε προκαλούσαν να διαλέξεις    ......η γνωριμία μου με την ιδιοκτήτρια του μαγαζιού 'μοάτσο' με ξάφνιασε....οι... πανέμορφες κούκλες με την αγγελική μορφή και όλα τα υπόλοιπα σε φυσικό μέγεθος δεν ήταν για πώληση. Προς πώληση ήταν τα μικρά είδη δώρων,   έτσι έπρεπε να είναι......το διαφορετικό μαγαζί που    σε οδηγεί στο όνειρο έπρεπε να είναι εκεί με όλα στολίδια του............



Όαση στο κέντρο της Αθήνας

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

9 σχόλια


Καλώς ήρθε και ο Νοέμβρης.....ετοιμάζομαι και πάλι για μια νέα απόδραση,σ΄΄αγνωστη γειτονιά ξανά,αλλά στην ίδια πόλη,την λατρεμένη μου Αθήνα. Σαν τη διαφήμιση με τις καφετέριες Δελιολάνη κατάντησα,αν αρχίσω να απαριθμώ τις γειτονιές που πάντα σαν επισκέπτης γνώριζα και για δύο χρόνια περίπου τριγυρνούσα....εδώ και μία δεκαετία περίπου.....Σε κάθε αλλαγή γειτονιάς μεταφέρω την επιθυμία μου να τη γνωρίσω,περπατώντας και καταγράφοντας ότι μπορώ να καταγράψω.Μια καλή νεράιδα μου υποδεικνύει με το μαγικό ραβδί της ότι ομορφότερο μπορώ να γνωρίσω και έτσι με καλή διάθεση ξεκινώ πάντα τις περιπλανήσεις μου.Ηταν Νοέμβρης του 2005 που γνώρισα την περιοχή Μέτσ και ιδιαίτερα το δρόμο Μάρκου Μουσούρου,τον δρόμο που λάτρεψα και θα προσπαθήσω να περιγράψω με τα μάτια της ψυχής μου.....15 λεπτά χρειαζόμουν μόνο για να τον διασχίσω.....είναι μικρός,ήσυχος,μαγευτικός δρόμος ,κάθετος σε δύο πολυσύχναστους λεωφόρους,τη λεωφόρο Αρδηττού λίγο πριν το Καλλιμάρμαρο και τη λεωφόρο Υμηττού στο ύψος του Α΄Νεκροταφείου.Την ύπαρξη του νεκροταφείου την πρόδιδαν τα λιγοστά λουλουδάδικα απέναντι,στο τέλος του δρόμου,τα οποία δημιουργούσαν μια ευχάριστη ατμόσφαιρα στη τσιμεντένια πόλη....ποικιλίες κι ποσότητες ανθισμένων και μη φυτών μέσα στο φθινόπωρο που σε προκαλούσαν να τα αποκτήσεις για να ομορφύνουν το άχαρο σου μπαλκόνι ή να τα προσφέρεις δώρο σε φίλο.....και να ξεχάσεις τον απόλυτο προορισμό τους......λίγο χαμηλότερα και κατηφορικά όπως συνήθως τον διέσχιζα,περνούσα μπροστά από πανύψηλα δένδρα που κοσμούσαν τα φθαρμένα,στενά πεζοδρόμια μπροστά από αυλές και κήπους σπιτιών,ερμητικά κλειστών,παλαιών νεοκλασσικών ή μη κτιρίων σκορπισμένα ανάμεσα σε νέες πολυκατοικίες ή χαμηλές φτωχικές μονοκατοικίες......περπατούσα και θαύμαζα,περπατούσα και ανακάλυπτα το συνδυασμό του παλιού με του νέου,του παρελθόντος και του παρόντος....ανακάλυπτα έναν δρόμο χωρίς διαβάτες να σε προσπερνούν βιαστικά με το άγχος ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους ή να σε κοιττούν περίεργα που περπατάς αργά και διερευνητικά.....έβλεπα σπίτια με λογιών-λογιών λουλούδια,τα οποία είχαν σκαρφαλώσει μέχρι την οροφή τους,καθώς ήταν ακλάδευτα και απεριποίητα έδώ και αρκετά χρόνια.Κάποια ήταν άγνωστα σε μένα ,αλλά ήταν πολύ σοφά και χρήσιμα που μπόρεσαν και κάλυψαν με την ομορφιά τους τους ξεβαμμένους τοίχους,τις ξεθωριασμένες κολώνες και τα σκονισμένα ξύλινα πορτοπαράθυρα που μαρτυρούσαν την αίγλη και τον πλούτο των ιδιοκτητών τους......και καθώς προχωρούσα με περίμεναν δύο εκπλήξεις ......η μία και σημαντικότερη ήταν πως λίγο πρίν το τέλος του δρόμου,αντίστροφα από τον αύξοντα αριθμό του,΄΄εχω σε πλήρη ορατότητα δύο μνημεία,την Ακρόπολη αριστερά και τον Λυκαβηττό δεξιά....καθώς περπατούσα σ΄αυτόν τον ήσυχο και ερημικό δρόμο,χωρίς περίεργους και βιαστικούς διαβάτες,άπλωνα τα χέρια μου και με περισσή χαρά και παιδικό ενθουσιασμό κρατούσα στην αγκαλιά μου νοερά την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό,το παρελθόν ,το παρόν και το μέλλον.......αισθανόμουνα ευτυχία και χαρά όπως οι πριγκήπισσες στα παραμύθια,αισθανόμουνα όλο το μεγαλείο της Αθήνας να το κρατώ σφιχτά στα δυό μου χέρια.......ένοιωθα περήφανη και ελεύθερη.......και γιατί να μη το εκμυστηρευτώ,είχα την αίσθηση ότι ήμουνα κυριάρχη αυτής της ομορφιάς που απλωνόταν μπροστά μου,ότι βρισκόμουνα σε κάποιο άλλο κόσμο ώστε να νοιώθω ότι ακόμη και οι παλιοί άρχοντες,οι βασιλιάδες του τόπου είχαν τα ανάκτορά τους χαμηλότερα από το σημείο που βρισκόμουνα και αναρρωτιόμουνα άν είχαν τη δυνατότητα και την ελευθερία να ανηφορίσουν μέχρι έδώ για να απολαύσουν χωρίς φόβο,όπως ένοιωθα εγώ,αυτή την ομορφιά.........και μετά από αυτά τα συναισθήματα,είχα πάντα ανάλογα με τον χρόνο μου,δύο επιλογές......η μία να τον ανηφορίσω από την αντίθετη πλευρά,όπου υπήρχαν και κάποια μαγαζιά,στα οποία θα αναφερθώ σε άλλη ανάρτηση,που υπήρχαν και ξύλινα παγκάκια που μου έδιναντη δυνατότητα να ξεκουραστώ και να ονειρευτώ,κοιτάζοντας τα νεοκλασσικά και όχι μόνο,ή να συνεχίσω την περιπλάνησή μου στο κέντρο της Αθήνας ή στα προάστεια της σε οποιαδήποτε κατεύθυνση χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα μαζικής κυκλοφορίας που περνούσαν από τον κεντρικό δρόμο της Αρδηττού......